Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Το ιδεολογικό μέτωπο


ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ
 
Του Ν.  ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ

Η επίθεση που η αντίδραση, ξετυλίγει ενάντια στο Λαό επεκτείνεται και στο ιδεολογικό μέτωπο. Αυτό γίνεται σ’ όλο τον κόσμο όπου η αντίδραση πάει να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο ιδεολογικό μέτωπο πού ανταποκρίνεται βασικά στις πολιτικές επιδιώξεις που βάζει ο αγγλοσαξωνικός ιμπεριαλισμός για παγκόσμια κυριαρχία. Σ’ όλον το δυτικοευρωπαϊκό και τον αγγλοσαξωνικό κυρίως κόσμο, γίνεται μια ανίερη εκμετάλλευση, της θρησκείας και ιδιαίτερα του χριστιανισμού και πάνε κάτω από τον υποκριτικό θρησκευτικοφιλοσοφικό ιδεαλιστικό μανδύα να κρύψουν τους ανόσιους κατακτητικούς πλουτοκρατικούς σκοπούς των. Και στο πεδίο της διανόησης, της ιδεολογίας, του πολιτισμού προσπαθούν να χωρίσουν τον κόσμο σε δύο στρατόπεδα: δυτικοευρωπαϊκό και ανατολικό, ν’ αντιπαραθέσουν τον ένα κόσμο στον άλλο, να οδηγήσουν τον ένα κόσμο ενάντια στον άλλον.
Στην προσπάθεια αύτη συμφωνούν και συνενώνονται όλες οι παραφυάδες και αποχρώσεις της αντιδραστικής ιδεολογίας που εκπροσωπεί και εξυπηρετεί, βασικά, την παγκόσμια μονοπωλιακή χρηματιστική ολιγαρχία. Εδώ θα βρείτε και την παλιά σοσιαλδημοκρατία και τους ιδεολόγους της δυτικής Δημοκρατίας και το νεοφασιστικό αντικομουνισμό και την τσωρτσιλική αναβίωση, της θεωρίας της φυλετικής υπεροχής και αποκλειστικότητας. Πρωτοστατεί και διεκδικεί τα σκήπτρα ο μεσαιωνικός παπισμός, ζητώντας στο αντιδραστικό και αντιλαϊκό κήρυγμα του να δώσει ένα ψευτοχριστιανικό επίχρισμα.
Και αφού, φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν ανά τας Ευρώπας και την Αμερική δε μπορούμε να καθυστερήσουμε και μείς. Και φυσικά το αντίγραφο είναι πολύ πιο κακομούτσουνο από το πρωτότυπο. Έτσι ο αντιελληνικός και στείρος πιθηκισμός και η δουλική ξενική απομίμηση και αντιγραφή, που γίνονται με ξενική επιταγή, προσπαθούν να δημιουργήσουν μαγιά και ν’ αποκτήσουν βάση χρησιμοποιώντας όλα τα θεμιτά και αθέμιτα. Οποιοδήποτε όργανο και αν παίξουν συγκεντρώνονται όλοι κάτω απ’ την ίδια μουσική διεύθυνση και παίζουν τον ίδιο σκοπό: Λένε, λοιπόν, ότι ενάντια στο πνεύμα και το πιστεύω τής Ανατολής πού κηρύσσει τον υλισμό, απομακρύνεται απ’ το χριστιανισμό και. πνίγει την ανεξαρτησία της ατομικής πνευματικής δημιουργίας, εμείς εδώ οι νεοέλληνες πνευματικοί πατέρες απ’ τη Χριστιανική Ένωση Επιστημόνων, απ’ τη «Νέα Εστία» με τον Πέτρο Χάρη, το ραδιοφωνικό σταθμό με το Μυριβήλη, είτε την «Εστία» με το Μελά επιμένουμε στην αστοτσιφλικάδικη «πνευματική ελευθερία», ξεπουλάνε δηλαδή στην πραγματικότητα χοντρικά, υλικά, πνευματικά και ηθικά την Ελλάδα σ’ αυτούς που της αφαιρούν την τιμή, την αξιοπρέπεια, τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η νέα αυτή ποικιλώνυμη εξόρμηση της πνευματικής αντίδρασης παρουσιάζεται ταυτόσημη και κάτω απ’ το ίδιο μοτίβο. Σχεδόν ταυτόχρονα και ή Χ.Ε.Ε. και η «Νέα Εστία» διακηρύσσουν ότι δε μπορούν πια να περιμένουν και αναλαμβάνουν τη δράση για να επιβάλουν τις χριστιανικές και πνευματικές αξίες του Ελληνισμού που από μακρυά όμως μυρίζουν ξένη απομίμηση και παπικοδυτική πνευματική υποδούλωση.
Η αλήθεια είναι ότι όλοι αυτοί ακολου­θούνε πιστά το κήρυγμα του παπισμού και προδίνουνε τους δεσμούς, τις παραδόσεις και τις ηθικές αρχές της Ανατολικής Ορθοδοξίας, της χριστιανικής Ανατολής. Υποτάσσονται δουλικώτατα στο «χριστιανισμό» της ατομικής βόμβας και αρνούνται και καταπολεμούνε λυσσασμένα την πραγματική χριστιανική συμφιλίωση.
Πολύ χαρακτηριστική είναι η πνευματική συγγένεια που παρουσιάζουν οι ψευτοχριστιανοί υποκριτές απ’ τη «χριστιανική» Ένωση Επιστημόνων με τη χιτλεροφασιστική ιδεολογία. Αρνούμενοι την επιστημονική πρόοδο και προσκολλημένοι αδιόρθωτα στα μεσαιωνικά σκοτάδια, κηρύσσουν κι αυτοί με τη Διακήρυξη τους το μύθο της πολιτιστικής και επιστημονικής δημιουργίας του 20οϋ αιώνα αντιγράφοντας έτσι το θεωρητικό του χιτλερισμού Ρόζεμπεργκ, που κάνει το ίδιο στο βιβλίο του «Ό μύθος του 20ού αιώνα». Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Ρόζεμπεργκ δεν αρκείται στο μεσαίωνα μα πάει μερικά εκατόχρονα πιο πίσω στις αρχές και τις ρίζες όπως πιστεύει του τευτονικού παγγερμανισμού.
Τα πιο συγκεντρωμένα όμως πυρά τους τα κατευθύνουν, όπως λέει ο Πέτρος Χάρης, ενάντια στην «πνευματική δουλεία» που φέρνει η «οργανωμένη ιδεολογία» και κηρύσσει  την  «πνευματική  ελευθερία»,
 
«μακρυά από την πολιτική». Την «πνευματική δουλεία» είναι αποφασισμένοι να τινάξουν από πάνω τους οι πνευματικοί άνθρωποι που θα συνεργασθούν από δω και μπρος στενώτερα στη «Νέα Εστία» για να ξαναφέρουν στα Ελληνικά Γράμματα και στην Ελληνική Τέχνη τη «δημοκρατία του πνεύματος». Αυτά μας λέει ο κ. Πέτρος Χάρης πέφτοντας ο ίδιος σε μια βασική αντίθεση αφού η «δημοκρατία του πνεύματος» είναι κιόλας μια κατ’ αρχήν αντιπαράθεση στην «πνευματική ελευθερία» γιατί δημοκρατία σημαίνει κι όλας οργάνωση και πολιτική. Πόσο όμως οι κύριοι αυτοί της «πνευματικής ελευθερίας» την πιστεύουν στην πράξη φαίνεται από ένα αρκετά φαιδρό επεισόδιο που μας δίνει στο ίδιο της φύλλο η «Νέα Εστία». Η κ. Άλκης Θρύλος είναι ένας απ’ τους «πνευματικούς ανθρώπους» του κ. Π. Χάρη που «είναι αποφασισμένοι να τινάξουν από πάνω τους» την «πνευματική δουλεία». Λοιπόν, την κυρία αυτή το υπουργείο Παιδείας τη διόρισε μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής, μα το Εθνικό θέατρο, όπως λέει η ίδια «αποκρούει κατηγορηματικά τη συνεργασία της». Και αναφωνεί: «Ως πότε θα θεωρούνται αμελητέες οι σοφές αποφάσεις του νομοθέτη...ως πότε θ’ αγνοούνται και θα περιφρονούνται οι νόμοι του κράτους και θα σηκώνει έτσι —ποιό; το Εθνικό θέατρο!—το λάβαρο της ανταρσίας, θα εμφανίζεται—ποιο; το Εθνικό θέατρο! — σαν ανεξάρτητο φέουδο, σαν κράτος εν κρατεί;». Σεβόμαστε την ιερή αγανάκτηση τής σεβαστής Κυρίας μα τόσο ή ίδια όσο και η «Νέα Εστία» ξεχνάν ότι η ίδια αυτή «ιερή αγανάκτηση» που κατακεραυνώνει τον «οργανωμένο παρεμβατισμό» στα πνευματικά οικόπεδα πνίγει την «ελευθερία του πνεύματος» όταν πρόκειται για τον εαφτούλη μας και τα ατομικά μας συμφέροντα και φιλοδοξίες.
Θα ρωτήσει κανένας: μα γιατί μας απασχολεί τόσο το θέμα αυτό; Μας απασχολεί τόσο γιατί κάτω απ’ τη μάσκα της ψευτοχριστιανικής και αντιχριστιανικής ηθικής και έπιστημονικοφάνειας και το κήρυγμα της πνευματικής ελευθερίας ξεδιπλώνεται η επίθεση που κάνει ή αντίδραση στον ιδεολογικό τομέα με αντικειμενικό σκοπό: να κατοχυρώσει το πνευματικό μεσαιωνικό σκοτάδι, να βάλει σφήνα ανάμεσα στο Λαό και τον πνευματικό πολιτισμό, ν' αποκόψει το αγωνιζόμενο Έθνος απ’ την πνευματική του ηγεσία και έτσι να το παραδώσει αφοπλισμένο και ευνουχισμένο ιδεολογικά στη διάθεση και την εκμεταλλευτική νομή της ξένης κατάκτησης και του ντόπιου νεοφασισμού, της μοναρχοφασιστικής αντίδρασης.
Και μας απασχολεί το ζήτημα αυτό, γιατί ο ιδεολογικός αγώνας είναι ένα απ’ τα κύρια μέτωπα στην ταξική και λαϊκή πάλη. Πολύ περισσότερο πού όπως το δείχνουν και ορισμένες υπογραφές κάτω απ’ τη δήλωση των Ελλήνων επιστημόνων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών», τα αντιδραστικά πνευματικά κηρύγματα, για τον ένα είτε τον άλλο λόγο, βρίσκουν απήχηση και επηρεάζουν και ανθρώπους μέσα απ’ το λαϊκό δημοκρατικό στρατόπεδο και μέσα στις γραμμές μας φυσικά, οι διανοούμενοι που με τον ένα είτε τον άλλον τρόπο δέχθηκαν την πίεση και υπόκυψαν στον ψυχολογικό εκβιασμό της Χ.Ε.Ε., μοιάζουν σαν τα παιδιά και τούς ανόητους, πού τρομάζουν απ’ τα βατράχια και για να σωθούν πέφτουν στο ποτάμι. Δίπλα και παράλληλα όμως προς τα προσωπικά ελατήρια, πού καθορίζουν την τέτοια είτε αλλιώτικη στάση και θέση του κάθε διανοούμενου, υπάρχει και το γεγονός ότι οι θέσεις για την «πνευματική ελευθερία» και την «καθαρή τέχνη» έχουν απήχηση και προκαλούν σύγχυση και μέσα στις γραμμές μας. Και για ν’ αντιβγούμε αποτελεσματικά στην κατάσταση αυτή, πρέπει σωστά να ερευνήσουμε και μελετήσουμε το φαινόμενο.
Αναμφισβήτητο είναι, πώς η χώρα μας περνά μια βαθειά κρίση, που είναι και κρίση πνευματική, ηθική και ιδεολογική. Κάτω απ’ την ξενική ένοπλη προκάλυψη, η αντίδραση στον τόπο μας πέρασε ύστερα απ’ το Δεκέμβρη του 1944 στην αντεπίθεση. Σ’ όλη τη χώρα ξάπλωσε μια πρωτοφανή τρομοκρατία, που δεν είναι μόνο υλική και σωματική, μα και πνευματική, ψυχολογική με το εθνικιστικοσωβινιστικό παραλήρημα, το μεγαλοϊδεατισμό, τον ψευτοχριστιανικό εκβιασμό, την πανσλαβιστική «απειλή» ενάντια στα πεπρωμένα και την ύπαρξη της φυλής κλπ. Για ν’ αντέξεις αυτού πρέπει νάχεις κότσα γερά. Σου χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα μια στερεή ταξική-κοινωνική τοποθέτηση, πράγμα πού συνδέεται στενά-οργανικά με την ταξική σου προέλευση. Μα χρειάζεται ακόμα και στέρεο θεωρητικό ιδεολογικό καταστάλαγμα. Και αυτό άφορα κυρίως τούς διανοουμένους μας, πού έχουν και τις περισσότερες πνευματικές «ανησυχίες», είναι οι κοινωνικά πιο ανερμάτιστοι και κατά συνέπεια υπόκεινται περισσότερο σε ιδεολογικές ταλαντεύσεις και πνευματικούς πειρασμούς. Δίπλα στα πιο πάνω χρειάζεται ακόμα πίστη ατράνταχτη στο δίκιο του Λαού, χαρακτήρας και πνεύμα αυτοθυσίας και ηρωισμού.
Μην ξεχνάμε ακόμα, ότι η διανόηση δέχεται απ’ τις κυρίαρχες τάξεις μια ξεχωριστή υλική και ιδεολογική πίεση, γιατί οι αφέντες φαντάζονται πώς αν την κλονίσουν θ’ αποκεφαλίσουν πνευματικά το Λαό. Ακόμα νάχουμε υπόψη μας, πως οι διανοούμενοι μας οικονομικά, υλικά περνάν δυσκολίες μεγάλες, τραγικές μπορεί κανένας να πει, δίχως υπερβολή.
Έτσι έχουμε τους όρους πού δημιουργούν κατάλληλο κλίμα για κλονισμούς, ταλαντεύσεις, αμφιβολίες, σκαμπανεβάσματα μέσα στις γραμμές της διανόησης μας. Έτσι το κήρυγμα της «πνευματικής ελευθερίας» πέφτει για ορισμένους σε προετοιμασμένο χωράφι. Γιατί το κήρυγμα της «πνευματικής ελευθερίας» άφορα στην πραγματικότητα μόνον τους πνευματικούς εκείνους εργάτες που είναι μέσα στο Λαό, βρίσκονται κοντά στο Λαό, είτε τραβάν προς το Λαό και για σκοπό έχει να τους αποσπάσει και να τους αποτραβήξει απ' το δρόμο αυτό. Δεν είναι τυχαίο, ότι τόσο η «Διακήρυξη» τής Χ.Ε.Ε., όσο και ή εξόρμηση της «Νέας Εστίας» γίνονται σχεδόν ταυτόχρονα στις μέρες μας. Αφού το μεταδεκεμβριανό τρομοκρατικό ξεφάντωμα έφθασε στο κατακόρυφο και η Ελλάδα περνά μια απ' τις πιο δύσκολες στιγμές της, σήκωσαν ενάντια στην προοδευτική διανόηση μας τη δαμόκλεια σπάθη τής φυσικής εξόντωσης και της πνευματικής εκτέλεσης και τής προσφέρουν σα σανίδα σωτηρίας την «πνευματική ελευθερία»! Αν τοποθετηθείς κάτω απ' τα φτερά της αυτόματα απαλλάσσεσαι απ' όλες τις κοινωνικοπολιτικές υποχρεώσεις σου και από κάθε απειλή υλική και ιδεολογική και ταυτόχρονα αποκτάς την αίγλη ότι είσαι και «ελεύθερος» πνευματικός άνθρωπος!
Έτσι, στην πραγματικότητα «πνευματική ελευθερία» σημαίνει τον πιο ανήθικο ιδεολογικό και υλικό εκβιασμό.
Γιατί κι' αυτοί ακόμα οι πιο φανατικοί κήρυκες της «πνευματικής ελευθερίας» ξέρουν ότι πρόκειται για την πιο ανόσια ψευτιά και άπατη.
Κάτω από οποιοδήποτε φραστικό μανδύα και αν εκδηλώνεται ένας πνευματικός άνθρωπος, δε μπορεί με κανένα τρόπο και κανένα μέσο ν' αποφύγει την κοινωνική του τοποθέτηση μια και ζει και δε μπορεί παρά να ζει ακόμα και όταν παρασταίνει το Ροβινσώνα είτε το Ζαρατούστρα και ονειροβατεί, μέσα στην κοινωνία. Ακόμα και όταν ο ίδιος δεν το ξέρει είτε είναι πεπεισμένος για το αντίθετο, ο άνθρωπος είναι, αντικειμενικά, κοινωνικά τοποθετημένος. Και ο κοινωνικός άνθρωπος – και μη κοινωνικός άνθρωπος δεν υπάρχει – είναι τόσο ελεύθερος κοινωνικοπολιτικά, όσο ελεύθερος είναι και ο φυσικός άνθρωπος ν' αποπνέει και να ζει έξω απ' την ατμόσφαιρα, δίχως οξυγόνο, έξω απ' το φυσικό περιβάλλον.
Και μια και η κοινωνία μας είναι χωρισμένη σε τάξεις, είναι αντικειμενικά υποχρεωτική η ταξική τοποθέτηση και αν ακόμα εσύ διαρρηγνύεις τα ιμάτια σου για το αντίθετο! Έτσι για τον κάθε άνθρωπο και περισσότερο για το διανοητή υπάρχει ένα κατηγορηματικό κοινωνικό πρόσταγμα, που δε μπορεί να το αποφύγει χωρίς να προδώσει αυτόν τον ιστορικό προορισμό της διανόησης, που είναι να εξυπηρετεί την πρόοδο και να παλεύει με τα μέσα και τα όπλα τα δικά της στο πλευρό του Λαού. Πώς μπορεί να νοηθεί πραγματική διανόηση έξω, είτε ενάντια στην πρόοδο και το Λαό; Και η περιβόητη «πνευματική ελευθερία» σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά «ελευθερία» του διανοουμένου να προδώσει την πρόοδο και το Λαό και να πάει να δουλέψει στους εκμεταλλευτές του, για να εξασφαλίσει την ατομική του καλοπέραση.
Έτσι τοποθετούμε εμείς το πρόβλημα. Είναι η άποψη της προόδου και του Λαού που περικλείνει ακέραιο και το συμφέρον τής Ελλάδας. Και πρωταρχική εθνική υποχρέωση σήμερα για τον κάθε προοδευτικό, δηλαδή για τον κάθε πραγματικό πνευματικό άνθρωπο, είναι να ξεκαθαρίσει αποφασιστικά και τίμια την κοινωνική του τοποθέτηση, σα μαχητής στον τομέα το δικό του, έξω από κάθε φενάκη και ψευτογοητεία της «πνευματικής ελευθερίας».
Και υποχρέωση δική μας είναι να ξεσκεπάζουμε ακούραστα τούς σκοπούς που έχει η ξενοκίνητη και αντιελληνική ιδεολογική εξόρμηση τής αντίδρασης και να βοηθήσουμε τους τίμιους Έλληνες πνευματικούς εργάτες να βρουν την πραγματική τους θέση στο πλευρό τής προόδου και του Λαοί.
Πριν κλείσω το κεφάλαιο αυτό, θα πω και δύο λόγια ακόμα. Ή αλήθεια είναι ότι η ιδεολογική αντεπίθεση της αντίδρασης μας βρήκε κάπως απροετοίμαστους. Η αίτια γι' αυτό βρίσκεται στη διανοουμενίστικη, θα την πω, υποτίμηση του ιδεολογικού τομέα. Οι πρωτοπόροι, οι μαρξιστές - κομμουνιστές διανοούμενοι δε βρέθηκαν στις μαχητικές τους επάλξεις. Επαναπαυμένοι στο στοιχειακό και στο αυθόρμητο ανέβασμα, που προκάλεσε και στον πνευματικό τομέα η εθνικοαπελευθερωτική μεγαλουργία του Λαού, δεν επαναξοπλισθήκαμε για τις καινούριες συνθήκες που δημιούργησε η νέα κατοχή και η νεοφασιστική αντίδραση που η κατοχή αυτή στήλωσε με τη βία.
Τους διανοουμένους μας, είτε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους των, τους χαρακτηρίζει πολύ γκρίνια, πελάγωμα, κουτσομπολιά και προσωπική αλληλοϋπόσκαψη. Και πολύ λιγώτερο δημιουργική ανοικοδομητική προσπάθεια και δουλειά. Και η δουλειά αυτή πρωτ' απ' όλα σημαίνει δημιουργική αφομοίωση του μαρξισμού-λενινισμού, της διδασκαλίας του Λένιν, που την επέτειο απ' το θάνατο του τιμάμε σήμερα. Και θα πρέπει φυσικά ν’ ανακαλέσουμε στην τάξη τις «μωρές παρθένες», πού σιγοψιθυρίζουν και μέσα στις γραμμές μας, για ό,τι άφορα τα προβλήματα τής πνευματικής ζωής και της τέχνης, ότι ο μαρξισμός - λενινισμός, είτε ο λόγος του Ζντάνωφ δεν έχουν πέραση σε μάς στην Ελλάδα.
Όλα αυτά είναι εκδηλώσεις ιδεολογικής συνθηκολόγησης μπροστά στον εχθρό. Πράγμα πού για μας είναι απαράδεκτο. Και στον τομέα της επιστήμης, της λογοτεχνίας και της τέχνης, ό μαρξισμός-λενινισμός μας δείχνει το μοναδικό δρόμο της προόδου και του ανθρωπισμού.
ΚΟΜΕΠ αρ.2 1947-02, σελ. 53-55

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Επιστολή Νίκου Ζαχαριάδη στο Γιάννη Ιωανίδη (10/10/47)

Γιάννης Ιωαννίδης (Προσωπικά προς τον ίδιο)

Το ΠΓ της  ΚΕ (κλιμάκιο Β΄) πήρε απόφαση να πάει ο σ. Γιάννης στο ΓΑ για να πρωτοστατήσει προσωπικά και να καθοδηγήσει όλη τη δουλειά, πολιτικοστρατιωτική και οργανωτική, που καθόρισε η 3η Ολομέλεια. Η αποστολή είναι από τις πιο σοβαρές και υπεύθυνες. Γεγονός είναι ότι παρ’ όλη τη δύσκολη προσπάθεια και τη δημιουργική επίδοση, που παρατηρείται στο Γ.Α., πρώτ’ απ’  όλα από το Μάρκο, δεν έχουμε εκεί το απαραίτητο πρωτόβουλο πολιτικό ξεδίπλωμα, το αναγκαίο θάρρος και ξάπλωμα στην προοπτική, την τολμηρή στρατιωτικοπολιτική σύλληψη και την έγκαιρη, ζωντανή, επιτελική, κομματική πράξη και εχτέλεση. Ο παγεμός του σ. Λεωνίδα Στρίγκου, όσο και αν θα προσφέρει στο όλο έργο που πραγματοποιείται στο Γ.Α. και Δ.Σ.Ε. δε θα συντελέσει όμως στο να ξεπεραστούν αποφασιστικά, ποιοτικά τα κενά που σημειώνονται παραπάνω.

Σήμερα, άμεσα  το φορτίο αυτό θα πέσει στις πλάτες πρώτ’ απ’ όλα του σ. Γιάννη. Και το ζήτημα που προβάλλει είναι: θα τα βγάλει πέρα; Σκοπό του, το σημείωμα αυτό, έχει να βοηθήσει το σ. Γιάννη στη νέα του δουλειά. Το ερώτημα αν θα τα βγάλει πέρα κατ’ αρχήν δεν έχει τη θέση του γιατί το ζήτημα μπαίνει αλλοιώς: πρέπει να τα βγάλει πέρα. Όταν το ΠΓ αποφάσισε ν’ αναθέσει τη δουλειά αυτή στο σ. Γιάννη δε σκεφτότανε καθόλου να κάνει πειράματα γιατί οι στιγμές είναι τόσο κρίσιμες και αποφασιστικές ώστε αποκλείουν τούς πειραματισμούς. Πρέπει στο πιο σύντομο δυνατό χρονικό διάστημα -μέσα σε μερικούς μήνες- ο ΔΣΕ να μετατραπεί στη δύναμη εκείνη που θάχει το απαραίτητο πολιτικό φώτισμα, την αναγκαία στρατηγική σύλληψη, την επιχειρησιακή και τακτική ευλυγισία και ευκινησία, το χρειαζούμενο αριθμητικό όγκο μαζί με τον κατάλληλο εξοπλισμό, την πίστη, μαχητικότητα και πειθαρχία , που θα του επιτρέψουν να ανταποκριθεί στη λαϊκοδημοκρατική αποστολή του και πρώτ’ απ’ όλα στην πραγματοποίηση του πρώτου, μερικού, στρατηγικού σκοπού του με αποτέλεσμα να ξεκαθαριστεί βασικά η Βορ. Ελλάδα απ’ τον εχθρό και να μετατραπεί σε μια λεύτερη περιοχή με τη δική της Π.Δ.Κ. σαν ορμητήριο για ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η χώρα. Το Κόμμα και με την 3η Ολομέλεια διαπίστωσε ότι αντικειμενικά οι συνθήκες είναι ώριμες για να πραγματοποιηθεί ο σκοπός αυτός. Δε μένει παρά να καταπιαστεί πραχτικά το ΚΚΕ με το έργο. Εδώ το πιο μεγάλο φορτίο θα πέσει σ’ αυτούς που θα κατευθύνουν τη δουλειά απ’ το Γ.Α.

Γιατί πρότεινα το σ. Γιάννη για κείνον που στο άμεσο μέλλον προσωπικά θάφερνε την πρώτη ευθύνη για την πραγματοποίηση της κομματικής γραμμής στο Γεν. Αρχηγείο;

Πρώτο, γιατί  η όλη του ως τα σήμερα κομματική σταδιοδρομία τον αναδείχνει σαν έναν από τους λίγους μέσα στο κόμμα που θα μπορούσαν με επιτυχία να επωμιστούν αυτή τη δύσκολη αποστολή.

Δεύτερο, γιατί  η ευρύτητα της δουλειάς είναι τόση, ώστε ναναγκάζει τον καθένα να ξεδιπλώσει όλες του τις ικανότητες, να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, μα και να τις αναπτύξει παραπέρα, μαζί με την πρόοδο της δουλειάς νανδρώσει και ο ίδιος ακόμα πιο πολύ. Μέσα σε μια τόσο υπεύθυνη δουλειά ο καθοδηγητής για να τα βγάλει πέρα πρέπει να ξεπεράσει τον ίδιο τον εαυτό του, διορθώνοντας και ξεπερνώντας στην πορεία της δουλειάς τις ίδιες του προσωπικές αδυναμίες και ελλείψεις. Και γω νομίζω ότι ο σ. Γιάννης έχει ανάγκη από ένα τέτοιο ξεμούδιασμα. Είναι για το κόμμα πολύτιμο κεφάλαιο. Όμως τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια τάση γραφειοκρατικοποίησης, στασιμότητας. Ζει περισσότερο με το ότι συσσώρευσε στο παρελθόν και όχι με τη θαρραλέα δημιουργικότητα για το παρόν και προς το μέλλον. Αυτό είναι αρνητική εκδήλωση και για τον ίδιο μα και για το ΚΚΕ. Στη δουλειά που πάει ο σ. Γιάννης πρέπει να ξεπεράσει και να ξανανιώσει τον εαυτό του. Όλοι μας έχουμε ελλείψεις και αδυναμίες. Και γινόμαστε καλύτεροι όταν τις ξεπερνάμε. Αλλιώς θα μέναμε στάσιμοι ενώ η ζωή θα προχωρούσε, αφίνοντάς μας πίσω. Κι όλοι μας έχουμε την υποχρέωση με την επιβεβλημένη κομματική ακεραιότητα και ευθύτητα να λέμε τη γνώμη μας για να βοηθούμε τον άλλον. Νομίζω ότι ξέρω από αρκετά χρόνια και έζησα αρκετά προσωπικά το σ. Γιάννη, ώστε νάχω γνώμη γι’ αυτόν. Και το λέω μόνο με το σκοπό να τον βοηθήσω ειδικά τώρα που ανέλαβε μια τόσο δύσκολη και υπεύθυνη δουλειά. Το θετικό που έχω να πω για το σ. Γιάννη είναι ότι παρουσιάζει στα τελευταία δέκα χρόνια μια ολόπλευρη ανάπτυξη σταθερή και γόνιμη, που όχι μόνο τον διατήρησε μα και τον προώθησε ακόμα πιο πολύ στην κομματική ιεραρχία. Παράλληλα όμως, μεγάλωσε και τις ευθύνες του. Γεγονός, πάντως, είναι ότι ο σ. Γιάννης σαν το πρώτο ουσιαστικά κομματικό στέλεχος, απ’ την περίοδο της κατοχής (από τότε που έφυγε από την Πέτρα) μέχρι τη Βάρκιζα φέρνει και την κύρια ευθύνη για την πολιτική γραμμή και την πραχτική δουλειά του ΚΚΕ στο διάστημα αυτό. Με βάση το γεγονός αυτό είναι απαραίτητο, σήμερα που επωμίζεται μια τόσο υπεύθυνη αποστολή να πω εδώ ορισμένες σκέψεις μου που πιστεύω πως θα τον βοηθήσουν.

1. Toν σ. Γιάννη τoν χαρακτηρίζει μια υποτίμηση της θεωρίας. Αυτό βρήκε την έκφραση του στο ότι ποτέ δε δούλεψε σοβαρά τόσο για το βασικό θεωρητικό εξοπλισμό του όσο και για τον αδιάκοπο θεωρητικό συγχρονισμό του. Στηρίζεται αποκλειστικά στη φυσική εξυπνάδα του και νομίζει ότι μόνο μ’ αυτήν μπορεί να τα βγάλει πέρα έτσι είτε αλλοιώς. Ταυτόχρονα όμως το γεγονός ότι ο ίδιος συναισθάνεται κατά βάθος το μειονέκτημά του αυτό τον κάνει ώστε στις κρίσιμες καμπές να του λείπει η αναγκαία θεωρητική σύλληψη, η απαραίτητη πολιτική διαύγεια, η πεποίθηση και αποφασιστικότητα για να εφαρμοστεί με συνέπεια και ως το τέλος μια ολοκληρωτικά βασικά διατυπωμένη κομματική γραμμή, θέση, απόφαση. Το αποτέλεσμα είναι ότι σε όλον τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα έλειπε τόσο μια διαυγής πολιτική σύλληψη της κατάστασης, όσο και μια αλύγιστη επιμονή για την πραγματοποίηση της κομματικής γραμμής. Προχειρότητα, αναποφασιστικές παλινωδίες ήταν η συνέπεια. Γεγονός είναι ότι ενώ παλεύαμε με το όπλο στο χέρι δεν παλεύαμε κάθε φορά όπως πρέπει γιατί δε βλέπαμε καθαρά πού βαδίζουμε. Έτσι έγιναν σοβαρά βασικά λάθη, που καθόρισαν και όλη την εξέλιξη του αγώνα μέχρι τη Βάρκιζα. Η Βάρκιζα δεν ήταν απαραίτητο επιστέγασμα για την πρώτη φάση στον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα. Έγινε όμως απαραίτητη απ’ τα λάθη που κάναμε (τοποθέτηση του αγώνα μας στον αντιφασιστικό πόλεμο, θέση μας απέναντι στην Αγγλία και σχέσεις μας μ’ αυτήν και το συμμαχικό αρχηγείο Μέσης Ανατολής, Λίβανος, Γκαζέρτα, Δεκέμβρης). Την ευθύνη για τα λάθη αυτά τη φέρνει η κομματική καθοδήγηση και πρώτος ο σ. Γιάννης.

Δεν υπάρχει  καμιά αμφιβολία, ότι στην περίοδο 1941-44, όταν αναπτύχθηκε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα δημιουργήθηκαν οι δυνατότητες να νικήσει και στην Ελλάδα το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα. Άλλο τόσο παραμένει γεγονός ότι το Κόμμα δε μπόρεσε σωστά να αξιοποιήσει τις αντικειμενικές αυτές δυνατότητες. Έτσι οι δυνατότητες αυτές για τη συγκεκριμένη αυτή ιστορική περίοδο, χάθηκαν. «Η νίκη ποτέ δεν έρχεται μόνη, συνήθως την ξετρυπώνουν» (Στάλιν, «Προβλ. Λενινισμού», σελ. 476). «Στην ιστορία των κρατών, στην ιστορία των χωρών, στην ιστορία των στρατών στάθηκαν περιπτώσεις οπότε υπήρξαν όλες οι δυνατότητες για την επιτυχία, για τη νίκη, όμως οι δυνατότητες αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα (ατελέσφορες) γιατί μια και οι καθοδηγήσεις δεν αντιλαμβάνονταν τις δυνατότητες αυτές δεν ήξεραν να τις χρησιμοποιήσουν και οι στρατοί νικιόντουσαν.» (στο ίδιο σελ. 323). Τα πιο πάνω αφορούν και μας. Μας έλειπε κατά τον πρώτο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα η ξεκαθαρισμένη θεωρητική ανάλυση και προοπτική και κατά συνέπεια και η σωστή πράξη. «Αφού δοθεί η σωστή γραμμή, αφού δοθεί η σωστή λύση στο ζήτημα, η επιτυχία του έργου εξαρτάται από την οργανωτική δουλειά, την οργάνωση της πάλης για την εφαρμογή στη ζωή της γραμμής του κόμματος, απ’ τη σωστή επιλογή των προσώπων, απ’ τον έλεγχο της εκτέλεσης των αποφάσεων των καθοδηγητικών οργάνων... Ακόμα περισσότερο: ύστερα απ’ το ότι δόθηκε η σωστή κομματική γραμμή, η οργανωτική δουλειά κρίνει το όλον, συμπεριλαμβανομένης της τύχης της ίδιας (αυτής) της πολιτικής γραμμής.» (Στάλιν, στο ίδιο σελ. 476-477). Και στο σημείο αυτό υστερούσαμε και έτσι και όταν περνάμε σωστές αποφάσεις, πάλι έλειπε η συνεπής εφαρμογή τους. Αυτό το δίδαγμα σήμερα για το ΚΚΕ και για το ΔΣΕ είναι το αποφασιστικό.

2. Ο σ. Γιάννης είναι πολύ δύσκολος με την αυτοκριτική. Η εμπιστοσύνη που έχει στη φυσική εξυπνάδα του τον παρασέρνει πολλές φορές να πιστεύει -παρά το ότι συναισθάνεται, χωρίς και να παραδέχεται ανοιχτά την θεωρητική καθυστέρηση του-, ότι τα κατέχει και τα καταλαβαίνει όλα. Αυτό τον τραβά στην αυτοϊκανοποίηση. Ο σ. Γιάννης βασικά είναι ικανοποιημένος απ’ όλη τη δουλειά και τα αποτελέσματα της στην περίοδο της κατοχής μέχρι τη Βάρκιζα. Πιστεύει κατά βάθος ότι σε όλο αυτό το διάστημα βασικά όλα πήγαν καλά και ότι τίποτα το ποιοτικά καλλίτερο δεν θα μπορούσε να γίνει. Ο σ. Γιάννης δε θέλησε ποτέ να κάνει μια βαθιά κριτική επισκόπηση για τα χρόνια 1942-45, ούτε και έβγαλε συμπεράσματα τόσο για το ΚΚΕ όσο και για τον εαυτό του. Αυτή η αδυναμία κριτικής και αυτοκριτικής είναι σήμερα επικίνδυνη, γιατί σήμερα πρέπει με ένα πνεύμα γόνιμης και δημιουργικής κριτικής να προσπαθήσουμε, να αποφύγουμε και να διορθώσουμε τα λάθη τού παρελθόντος.

Χαρακτηριστικό  για την αδυναμία κριτικής και  αυτοκριτικής στο Γιάννη είναι το παρακάτω: ποτέ εμένα δεν μούκανε κριτική ούτε μούπε ανοιχτά και καθαρά τη γνώμη του και όταν ακόμα πίστευε ότι κάνω λάθος, είτε όταν αμφέβαλλε αν μια ενέργειά μου είναι σωστή. Τούδωσα κάποτε να διαβάσει ένα άρθρο από την «Πράβντα» για την «μπολσεβίκικη αρχότητα» (προσήλωση, εμμονή στις αρχές). Όταν το διάβασε μού είπε: «Δε βρήκα τίποτε το καινούργιο για μένα». Άλλο ζήτημα αν στην πράξη εφαρμόζονται αυτά τα «όχι καινούργια». Απέναντι σε ανώτερα κομματικά στελέχη δε δείχνει πάντα την αναγκαία κομματική αυστηρότητα και αφίνει να παρασέρνεται από προσωπικές συμπάθειες και διαθέσεις. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που αντί για πειστικότητα δείχνει αυταρχικότητα.

3. Δε δείχνει πάντα μια αλύγιστη επιμονή να φέρει ως το τέλος μια δουλειά. Αυτό φαίνεται και στην κομματική και στην ατομική δουλειά. Λ.χ. πόσες φορές καταπιάστηκε να μάθει ρούσικα είτε σέρβικα και μέχρι σήμερα δεν έφτασε ως το τέλος. Στην κομματική δουλειά η αναποφασιστικότητα αυτή πηγάζει από την έλλειψη πολλές φορές πεποίθησης ότι αυτό που κάνει είτε ο δρόμος που τραβά είναι ο σωστός. Αύτη η αδυναμία να επιμένουμε να τελειώσει μια δουλειά, είτε να εχτελείται μια απόφαση ως το τέλος, πρέπει να ξεπεραστεί γιατί έχει την πιο αρνητική επίδραση: στους συνεργάτες μας, στον κόσμο που καθοδηγούμε και που εμπνέεται και πέρνει παράδειγμα από μας.

4. Τον σ. Γιάννη τον χαραχτηρίζει μια γραφειοκρατική τάση και διάθεση. Βασικό γι’ αυτόν είναι λόγου χάρη οι βιογραφίες, τα βιογραφικά σημειώματα και συχνά ξεχνά ότι πίσω από τα χαρτιά αυτά στέκει ο ζωντανός άνθρωπος, που αλλάζει, χαλνά, εξελίσσεται, ο ζωντανός άνθρωπος που είναι και το βασικό. Θα συνοψίσω με τούτα δω: Ο σ. Γιάννης είναι απ’ τούς λίγους στο κόμμα που μπορεί να φέρει σε πέρας τη δύσκολη και υπεύθυνη δουλειά που του ανατέθηκε. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι να μη στηριχτεί με αυτοϊκανοποίηση μόνο στη φυσική εξυπνάδα του και στον πραχτικισμό που συσσώρευσε κατά την πολύχρονη κομματική ζωή και δράση του. Πολλά νέα και δύσκολα προβλήματα προβάλλουν κάθε μέρα για λύση και αντιμετώπιση. Εδώ πρέπει να ξεπεραστούν ατομικά και κολλεχτιβιστικά η υποτίμηση της θεωρίας και ο στενός εμπειρισμός. Εδώ χρειάζεται ακούραστο θεωρητικό βάθεμα και θεωρητικός συγχρονισμός. Στην υποτίμηση της θεωρίας, της ζωντανής και δημιουργικής ενατένισης των προβλημάτων διαφαίνεται η επίδραση απ’ τον παληό σεχταρισμό και δογματισμό που γινόντουσαν πάλι απ’ τη θεωρητική ανεπάρκεια και στενότητα. Πρέπει ο σ. Γιάννης κριτικά να ξεκαθαρίσει και να αφομοιώσει τις αίτιες για τα παλιά και νέα λάθη μας, τις ευθύνες τις δικές του. Πρέπει να παύσει να τσινά μπροστά στην αυτοκριτική και ναναπτύξει περισσότερο τη συντροφική μα άτεγκτη κομματική κριτική προς τα πάνω και προς τα κάτω. Εδώ, πρέπει να ξεπεράσει και μια διάθεση οίκογενειακότητας που τον διακρίνει. Περισσότερο ζωντανή αντίληψη για πρόσωπα και πράγματα και λιγότερη γραφειοκρατία. Το κομματικό μέλος και πολύ περισσότερο ο κομματικός καθοδηγητής είναι ένας ζωντανός οργανισμός που για να ανταποκριθεί στον προορισμό του πρέπει διαρκώς να αναπτύσσεται και να καλλιτερεύει, διορθώνοντας λάθη, ελλείψεις, αδυναμίες.

Θεώρησα υποχρέωση  μου να πω τα πιο πάνω πιστεύοντας ότι θα βοηθήσουν το σ. Γιάννη να ανταποκριθεί πιο καλά στην αποστολή του. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να ξεχνά ότι, το θέλει είτε όχι, στη θέση, που είναι τώρα, είναι παράδειγμα και υπόδειγμα για όλους, μικρούς και μεγάλους, και ότι χρέος του είναι να στέκει καλό παράδειγμα και υπόδειγμα σε όλα και για όλους, γιατί έτσι εκπληρώνει πιο αποτελεσματικά, τελεσφόρα την υπεύθυνη αποστολή του.

10/10/47 Ν. Ζ.

ΑΣΚΙ, κ. 451, Φ 28/16/3: δακτυλόγραφο ελληνικό